απαιτητικός

[апэтитикос] εκ. требовательный, взыскательный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαιτητικός" в других словарях:

  • απαιτητικός — ή, ό (Μ ἀπαιτητικός, ή, όν) αυτός που έχει μεγάλες, υπερβολικές απαιτήσεις …   Dictionary of Greek

  • απαιτητικός — ή, ό αυτός που έχει μεγάλες απαιτήσεις, που επίμονα ζητά: Απέφευγε τις δοσοληψίες μαζί του, γιατί είχε δειχτεί άνθρωπος παράλογα απαιτητικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπαιτητικόν — ἀπαιτητικός requiring masc acc sg ἀπαιτητικός requiring neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαιτητικῶς — ἀπαιτητικός requiring adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτηματικός — ή, ό (Α αἰτηματικός, ή, όν) [αἴτημα] 1. αυτός που υποβάλλει αίτημα 2. ο απαιτητικός …   Dictionary of Greek

  • αιτητικός — ή, ό (Α αἰτητικός, ή, όν) απαιτητικός, επίμονος αρχ. φρ. «αἰτητικῶς ἔχω πρός τινα», τού ζητώ επίμονα κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μπορεί να παράγεται από το αἰτητής* (< αἰτῶ) ή λόγω τής σημασίας του απευθείας από το ρ. αἰτῶ ή και το αἴτησις, πράγμα που …   Dictionary of Greek

  • απρόφταστος — κ. φθαστος, η, ο 1. αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να προφτάσει 2. αυτός που δεν τον προφθάνει κανείς στις αξιώσεις του, απαιτητικός πολυδάπανος 3. εκείνος τον οποίο δεν πρόλαβε κανείς να βοηθήσει ή να σώσει …   Dictionary of Greek

  • δυσοικονόμητος — η, ο (Α δυσοικονόμητος, ον) νεοελλ. αυτός που δύσκολα συμβιβάζεται, απαιτητικός αρχ. 1. δύσπεπτος 2. αυτός που διευθύνεται δύσκολα …   Dictionary of Greek

  • κακόσιτος — η, ο (Α κακόσιτος, ον) αυτός που υποσιτίζεται, που δεν τρέφεται καλά, κακοθρεμμένος, ισχνός αρχ. 1. δύσκολος στο φαγητό, αυτός που δεν έχει όρεξη για τροφή, ανόρεχτος 2. μτφ. αυτός που δύσκολα ευχαριστιέται με κάτι, δύσκολος, απαιτητικός («πρὸς… …   Dictionary of Greek

  • καταλιπαρώ — καταλιπαρῶ, έω (Α) παρακαλώ θερμά, ικετεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + λιπαρῶ «απαιτώ ζητώ», πιθ. < αμάρτυρο *λιπαρός «απαιτητικός» < λίπτω «επιθυμώ»] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.